Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Η συνέντευξη του B.D. FOXMOOR στο lifo

B.D. Foxmoor

Iδρυτής των Active Member. Γεννήθηκε και ζει στο Πέραμα. Θεωρεί το έντεχνο τραγούδι μια μεσοβέζικη μαλακία.

Η ταυτότητά μου γράφει ότι γεννήθηκα στο Πέραμα. Όταν τη δείχνω σε κόσμο δεν το πιστεύουν. Έπαιζε ο Τσιτσάνης στου Χασανάκου την ταβέρνα και η μάνα μου με γέννησε πάνω σε ένα τραπέζι μετά το γλέντι. Βρέθηκε ένας γιατρός, έκανε τις πρώτες δουλειές και μετά με πήγανε σε ένα νοσοκομείο για τα τυπικά. Όταν του είπανε ότι θα πρέπει να γράψουν ότι το παιδί γεννήθηκε εδώ, αυτός είπε: «Όχι, θα γράψετε ότι το παιδί γεννήθηκε στο Πέραμα».
Μεγάλωσα στα Προσφυγικά. Στο Πέραμα λέμε ότι όταν περνάς τη λεωφόρο έρχεσαι σε επαφή με αυτούς που δεν πρέπει - τους φασίστες. Όταν είσαι από τη λεωφόρο και κάτω, είσαι με τους δικούς σου. Αυτά μας σημαδέψανε από παιδιά. Φροντίσανε και οι παπάδες και οι μπάτσοι της περιοχής, αλλά και οι εσωτερικοί μετανάστες ακόμα, οι Μανιάτες, οι Κρητικοί, διάφοροι άνθρωποι που ήρθαν στο Πέραμα για δουλειές, όλους εμάς να μας κρατήσουν μακριά, λέγοντάς μας «Τουρκόσπορους». Όλοι αυτοί είχαν την ανάγκη να φωνάζουν τους μύθους τους -οι πρόσφυγες πάλι φρόντιζαν να πνίγουν τις ιστορίες τους-, οι περισσότεροι από αυτούς καταπίνανε ζωή και χρόνο, όχι σαν τους άλλους τους φωνακλάδες. Στα λέω για να δεις πόσο περίεργα μπορεί να μεγαλώσει ένα παιδί που δεν θέλει τίποτα από όλα αυτά. Αν ήταν πιο ζεστή η γειτονιά, ίσως να 'χα γίνει άλλος άνθρωπος. Να έγραφα ερωτικά τραγούδια.
Στις καθαρές εποχές στα '80s φεύγαμε και πηγαίναμε να βρούμε τους εχθρούς μας, που κρατάγανε τάβλες και φοράγανε τιράντες. Όλοι αυτοί που κυνηγάγαμε τότε με τις τάβλες στις ναζιστικές νεολαίες γίνανε πια βουλευτές και υπουργοί. Όλοι νόμιζαν ότι είχα βαθιά πολιτικά αίτια, αλλά εγώ τους φασίστες τους κυνήγαγα για λόγους αισθητικής. Ότι «δεν μου αρέσει έτσι που 'σαι και δημιουργείς πρόβλημα στους ανθρώπους που δεν είναι σαν και σένα. Ε, λοιπόν, θα σε κοπανήσω».
Έτυχε οι περισσότεροι θείοι μου να ακούνε φανκ, σόουλ και τέτοια. Αυτά ήταν και τα πρώτα μου ακούσματα σε πάρτι και μαζώξεις. Η πρώτη φορά που άκουσα αυτό το καινούργιο πράγμα που λέγεται «χιπ χοπ» ήταν στον ραδιοσταθμό της Αμερικάνικης Βάσης. Το τραγούδι ήταν το «Rappers Delight» των Sugarhill Gang.
Το όνομα Active Member ήταν μια απόρροια του κώδικα. Ο κώδικας του χιπ χοπ είχε τη λογική «θα φωνάξω για να ακουστώ». Έπρεπε να διαλέγεις επιβλητικό τίτλο για δυο λόγους: για να τραβάς την προσοχή και για να 'χεις να κυνηγάς κάτι σπουδαίο σε όλη σου τη ζωή. Πάντα μόνος μου ήμουνα ως Active Member - διακοσμητικοί ήταν όλοι. Εγώ έγραφα τους στίχους, εγώ τους έλεγα πώς να τα πούνε όλα. Ο πρώτος άνθρωπος που γράφει τους στίχους του, τους λέει και βοηθάει στα πρακτικά είναι η Γιολάντα.
Στη Warner δεν μας ενόχλησε ποτέ κανείς - πρώτα έβγαινε ο δίσκος και μετά τον ακούγανε. Εξάλλου, ήμασταν το πιο επικερδές γκρουπ τους. Αυτά που ακούγονται για τις πολυεθνικές δεν ισχύουν - τα πιο τραγικά πράγματα στην Ελλάδα συμβαίνουν στις ανεξάρτητες δισκογραφικές.
Το low bap είχε από την αρχή επεξήγηση. Ότι ο δικός μας τρόπος για να κάνουμε μουσική συνοδεύεται από τραγούδια που επιβάλλεται να μπορείς να τα στηρίξεις και με τις πράξεις σου. Νιώσαμε την ανάγκη, εμείς που μεγαλώσαμε σε αυτές τις γειτονιές, να το ξαναπούμε αυτό: μην πεις τίποτα που δεν μπορείς να στηρίξεις.
Είμαστε το γκρουπ που έχει παίξει περισσότερες φορές στο Ρόδον από κάθε άλλο γκρουπ - κι όταν κάνανε το άλμπουμ, εμάς μας βάλανε 4 γραμμούλες με μια φωτογραφία. Μάλλον επειδή βγάζανε πολλά λεφτά από μας. Σε αυτές τις ιστορίες έχουμε νομίζω το ρεκόρ προσέλευσης και συνεχίζουμε να κάνουμε πράγματα. Πέρσι ήμασταν η μοναδική παρέα ανθρώπων που έκανε 9 φορές συναυλία στο Gagarin.
Το πόσο λάιφ-στάιλ έχει γίνει το χιπ χοπ με ενοχλεί. Όλη αυτή η υποτιθέμενη κουλτούρα του δρόμου είναι μια παρωδία ζωής. Οι μεγαλύτεροι χιπχόπερς στον κόσμο ήταν αριστοκράτες, μεγαλοαστοί, χωριάτες, μετανάστες, δεν είχαν σχέση με τις πόλεις. Στην Ελλάδα δεν έχει προηγούμενο αυτό που έχει γίνει - έχουμε και δω το χιπ χοπ που μας αξίζει.
Αυτό το πραγματάκι άρχισε όταν ξεκινούσε το αμερικάνικο χιπ χοπ να γίνεται λάιφ-στάιλ κι όλοι πιθηκίζανε αυτά που άκουγαν από 'κει. Εγώ, αν έβγαινα κι έλεγα ότι θα πάρω ένα μπιτόνι πετρέλαιο και θα κάψω τη Βουλή και δεν το έκανα σε 3 μέρες, θα με έφτυνε όλο το Πέραμα. Μετά, φυσικά οι ίδιοι άνθρωποι γίνανε εθνικιστές, ή άρχισαν να κάνουν διαφημίσεις. Εγώ έχω πειστεί ότι θα ζω από αυτά που γράφω και από τις συναυλίες. Αυτοί κάνουν διαφημίσεις γιατί ποτέ δεν θα ζούσαν από αυτά που γράφουν. Εξάλλου, αυτοί τα έχουν ανάγκη τα λεφτά γιατί έχουν φτιάξει έτσι τη ζωή τους. Εγώ είμαι ακόμα ο αλητάμπουρας από το Πέραμα. Αλλά μέχρι να πεθάνω, και το τελευταίο τραγούδι που θα γράψω θα το πληρωθώ.
Ο Αρτέμης κι ο Ευθύμης ήταν δυο βλαμμένοι μπούληδες που ήξεραν ακριβώς τι θα γίνουν και δεν τους έδωσα ποτέ σημασία. Ντυνόντουσαν σαν δυο μαύροι πάνθηρες και εγώ έβλεπα ένα ζευγαράκι τενίστριες από το Πολιτεία τένις κλαμπ.
Όταν το έντεχνο ακόμα απευθύνεται σε κόσμο εγώ ανησυχώ πολύ. Όλη αυτή η μεσοβέζικη μαλακία του ότι παίρνουμε ρανίδες ελευθερίας και μετά επιστρέφουμε στο ξεμπουρδέλιασμα που ζούμε καθημερινά μού κάνει σαν πρέζα. Στο έντεχνο εγώ βάζω τον Μάλαμα, τον Χατζηγιάννη, τους Locomondo, τη Μόνικα, τον Πλιάτσικα. Τον ίδιο κόσμο έχουν όλοι αυτοί.
Δεν θα ξανασυνεργαστώ με τον Μάλαμα. Με δειλούς εγώ δεν θέλω νταραβέρια - θέλω ανθρώπους που να σέβονται τον κόσμο τους. Του έλεγα εγώ: «Σωκράτη, κοίτα ποιους έχεις από κάτω σου, σαν το υπουργικό συμβούλιο είναι όλοι αυτοί. Σ' αρέσει να παίζεις σε αυτούς; Πες κάτι, ρε μαλάκα, για τη γενιά σου! Ποιος θα τα πει, εγώ; Εσύ έχεις κερδίσει αυτή την επικοινωνία. Δεν καταλαβαίνεις ότι έχεις γίνει ακίνδυνος; Ένα διάλλειμα από τα σκατά είσαι!».
Η μεγάλη μου αλλαγή έγινε με τον γιο μου - είναι 18 χρονών. Με βρήκε ακριβώς στο ξεκίνημα της φάσης, το 1992. Τον θεώρησα γούρι. Και τώρα η κόρη μου μάλλον ήρθε γιατί πρέπει να βρω κουράγιο για ένα καινούργιο ξεκίνημα. Στην κόρη μου θέλω να 'μαι πιο πατέρας - πιο κοντά. Τα παιδιά μου είναι τα δυο καλύτερα τραγούδια μου.
Έχω βγάλει ένα τραγούδι σε έναν δίσκο μας που λέγεται «Παράξενη Βόλτα» και περιγράφει την αίσθηση που έχω όταν φεύγω με βαριά καρδιά από εδώ για να πάω στην Αθήνα. Φορτώνω πάρα πολλές εικόνες και πληροφορίες, κάνω ένα information overload και ξανακατεβαίνω. Όταν μεγαλώνεις, αρχίζεις να κρίνεις τα πράγματα και από την αίσθηση που σου αφήνει η τελευταία γουλιά τους. Η τελευταία γουλιά που μου αφήνει η Αθήνα είναι πικρή.