Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ΚΟΥΚΟΣ Ο ΜΟΝΟΣ (06/08/2007)

Γράφει η Γιολάντα Τσιαμπόκαλου
(εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος)

Τρία στενά απ’ την πλατεία Ταμπουρίων σε καφενέ παίζανε χαρτιά κάτι παρέες, ταμπουρωμένοι απ’ όλους και όλα, ταμένοι στην τράπουλα, στην πρέφα, στην ξερή, στο «Θανάση», και στον κούκο το μονό. Παιχνίδια της τσόχας με δικούς τους κανόνες, κλισέ και λεξιλόγιο. Μα η ιστορία αφορά το γκαρσόνι του καφενέ, έναν ορφανό πιτσιρίκο που του ‘μείνε παρατσούκλι το όνομα από ένα τέτοιο παιχνίδι. Όλοι τον φωνάζανε «ο κούκος ο μονός». Έτσι του ζητούσανε παραγγελία, έτσι τον έστελναν για τσιγάρα, έτσι τον καλοπιάνανε να κάτσει δίπλα τους για γούρι ή να κόψει την τράπουλα. Ο κούκος ο μονός φυσιογνωμία. Άδειαζε τα τασάκια, γέμιζε τα ποτήρια με φτηνό ουίσκι, δυνατό σα φωτιστικό οινόπνευμα και κρυφοκοίταζε όσα εξελίσσονταν στην τσόχα. Έβλεπε να παίζουν χαρτιά χωρίς να μιλάει. Ξεπατίκωνε τους μεγάλους και έμαθε να αποκωδικοποιεί τον παραμικρό σπασμό στο πρόσωπό τους, ας είχαν αναγάγει την μπλόφα σε δεύτερή τους φύση. Φαγωμένα πρόσωπα, μισοφωτισμένα από το λαμπατέρ με τα μαδημένα κρόσσια. Κόκκινα μάτια, ξεχειλωμένος κόμπος στην ντεμοντέ γραβάτα και το άτιμο χαρτί να μη βγαίνει με τίποτα. Άλλοτε φουλ του ρήγα άλλοτε «ντούκου για να δω». Ο κούκος έμαθε να μετράει την τράπουλα και να υπολογίζει με διαβολεμένη ακρίβεια το φύλλο. Μεγάλωσε, έβγαλε μουστακάκι, κι είπε να τα βάλει με την τύχη του. Έκανε μπόγο τα ρούχα του κι άχνα δεν είπε σε κανέναν. Το ’ριξε στον τζόγο. Η πρώτη κέντα ήρθε νωρίς, τα πρώτα φράγκα τον στάνιαραν και πήρε αέρα. Να σου λοιπόν τα μεγάλα τραπέζια, τα καζίνο, τα στοιχήματα, οι γυναίκες. Στις δύσκολες έκρυβε κάναν άσο στο μανίκι και τους έτρωγε λάχανο. Έτσι κυλούσε ο χρόνος κι η ρουλέτα. Ώσπου ο κούκος ο μονός έμεινε ορφανός κι από τύχη. Πολλές οι τράκες, τον ξέχασαν οι ρηγάδες κι οι βαλέδες. Δεν το ‘βαζε κάτω. Ένα βράδυ μάζεψε τα κουράγια του κι έστησε παιχνίδι τελευταίο. Μα δεν βρήκε πρόχειρο έναν άγγελο να παίξει στοίχημα τη ζωή του, παρά κάλεσε έναν τύπο μυστήριο, να κάτσει στο τραπέζι. Για λίγο νόμιζε ότι του έσπασε η γκίνια. Αλλά, σε ένα ελάχιστο δευτερόλεπτο είδε ο αντίπαλός του τον άσο που είχε κρυμμένο ο κούκος στο μανίκι. Ήθελε τη νίκη γι’ αυτό πήγε να κλέψει. Μα δε του βγήκε κι «ο κούκος ο μονός» έμεινε – όπως λένε – στεγνός. Στεγνός από ζωή.