Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

ΜΙΑ ΜΥΓΑ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ (20/08/2007)

Γράφει η Γιολάντα Τσιαμπόκαλου
(εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος)

Κάθε πρωί με ξυπνάει μια μύγα. Μπορεί να μην είναι η ίδια η συγκεκριμένη. Μπορεί να στέλνει αντιπρόσωπο, αλλά πάντως με ακουμπά στο πρόσωπο και με πιάνει μανία. Κουκουλώνομαι σα μούμια, ώσπου σκάω και ξυπνάω για τα καλά. Βρίζω την κοινωνία της και το σπίτι της (της μύγας). Αλλά το σπίτι της είναι και δικό μου, κι αν δεν είναι το δικό μου τότε είναι το δικό σου ή όλη η πόλη. Όλη η πόλη έχει καταληφθεί από μύγες που περιεργάζονται τις γεμιστές ντομάτες, το καρπούζι με τα κουκούτσια (εξίσου ενοχλητικά), έχουν μιάνει τη σελίδα 88 στο βιβλίο που διαβάζω, την κούπα του καφέ, το «π» στο πληκτρολόγιο του κομπιούτερ και μερικά δισεκατομμύρια σημεία ακόμα, απ’ όσα μπορώ να σκεφτώ με πρόχειρους υπολογισμούς. Αμάν. Κι όσο προχωράει ο Αύγουστος, παχαίνουν. Κι όσο παχαίνουν, κορδώνονται. Μας γνωρίζουν όλους, έναν προς έναν απ’ την Εκάλη ως τον Ασπρόπυργο και παραέξω και μας την πέφτουν κανονικά. Αν χάφτουμε μύγες η περίπτωσή μας επιβαρύνεται. Κυκλοφορούν σε παρέες μέρα - νύχτα• φτάνει να υπάρχει έστω μία δεσμίδα φωτός. Επιμένουν ανελέητα στο ίδιο ακριβώς σημείο του μπράτσου μας ή στην γάμπα. Ειδικά, αυτές τις μέρες με εξωθούν να αναφωνήσω «Ζήτω οι κατσαρίδες, ζήτω και τα κουνούπια». Εντωμεταξύ, ο θεός της μύγας τις έχει εκπαιδεύσει πλέον κάτω απ’ όλες τις συνθήκες. Δεν χρειάζονται καύσωνα για να σου τσακίσουνε τα νεύρα. Μπορούν άνετα να δράσουν με το κλιματιστικό στο φουλ. Πιθανόν να ευθύνεται που παχαίνουν τέτοιες μέρες. Προσπαθώ να συγκεντρωθώ και να γράψω και είναι μία κολλημένη στην δεξιά γωνία της οθόνης μου. Κρυφοδιαβάζει όσα πληκτρολογώ και τρίβει τα μπροστινά της χέρια. Σαν να με ειρωνεύεται ή σαν μάγκας απ’ το λιμάνι που σηκώνει τα μανίκια, τρίβει τις παλάμες και φτύνει τις χούφτες του έτοιμος για καυγά. «Θα σου δείξω εγώ τώρα, γιγαντιαίο πλασματάκι, με μαλλιά, χωρίς φτερά και δίχως προβοσκίδα, με δυο μάτια μονάχα και τιραντάκι καλοκαιρινό….» Ποιος ξέρει κάτι τέτοιο θα της περνάει απ’ το νου• πριν της περάσει πισώπλατα η ψάθινη παντόφλα μου.