Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ΧΑΛΕΠΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ (24/09/2007)


Γράφει η Γιολάντα Τσιαμπόκαλου (Sadahzinia)
(εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος)

Όταν ήμουν πιτσιρίκι είχα παπαγαλίσει τη φράση «…σα την Κοιμωμένη του Χαλεπά» και την χρησιμοποιούσα ενίοτε πάνω στο παιχνίδι. Δεν είχα ρωτήσει ποτέ να μάθω τη σήμαινε αυτή η μελωδική στ’ αυτιά μου φράση. Έμεινα για χρόνια να πιστεύω ότι επρόκειτο για σπουδαίο παραμύθι της Ανατολής και πρωτοξάδερφο της Χαλιμάς. Μεγαλώνοντας, στην εφηβεία, πέρασα εντελώς τυχαία – κόβωντας δρόμο - απ’ την οδό Δαφνομήλη στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Στο νούμερο 35 μια μικρή πινακίδα με ενημέρωσε ότι το παραμύθι που είχα πλάσει στο μυαλό μου είχε αφήσει την τελευταία του πνοή μέσα σ’ αυτό το σπίτι… Πρόκειται για τον γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά που πέθανε στα πρωτοβρόχια του Σεπτέμβρη πριν 70 χρόνια. Ψάχνοντας τη ζωή και το έργο του ήταν σα να ξετυλίγεται η κλωστή ενός παραμυθιού. Το παραμύθι ήταν ο ίδιος ο Χαλεπάς και κλωστές τα χέρια του που κεντούσαν στον πηλό και τον γύψο. Το παράξενο είναι ότι η αρχή και το τέλος του, άλλαζαν θέση μεταξύ τους. Την «Κοιμωμένη» του την «ποίησε» μικρός, σε μάρμαρο, και την ακούμπησαν απαλά πάνω απ’ τον τάφο της δεκαοχτάχρονης Σοφίας Αφεντάκη. Από τότε άρχισε να γελά ο Χαλεπάς. Τον κλείσαν σε ψυχιατρείο, τον περιόρισαν σπίτι του στην Τήνο, του πήρανε απ’ τα χέρια τα υλικά και τα εργαλεία του. Τον βάφτισαν «τρελό». Τον σφράγισαν «διαφορετικό». Σαράντα χρόνια μετά ζήτησε ο ίδιος απ’ την ανηψιά του, Ειρήνη, να τον φέρει στην Αθήνα, γιατί κουραζόταν πολύ. (Απ’ τους ανθρώπους;) Αμέσως γύρευε πηλό να δώσει μορφή στις εικόνες που πλάθονταν μέσα του. Καλλιτέχνες, λόγιοι, δημοσιογράφοι εφορμούσαν στο μικρό σπίτι, στους πρόποδες του Λυκαβηττού για να τον γνωρίσουν, να κλέψουν λίγα λόγια, να τον δοξάσουν και να λυτρωθούν απ’ τα αλλοτινά ειρωνικά τους σχόλια. Με τη βοήθεια της σκέψης του «παλαβού» να ζήσουν μια στιγμή ανεπιτήρητη από την παγερή τους σύνεση και παράλληλα να αποκτήσουν το δικαίωμα να τον εξηγήσουν. Μα ανθρώπους σαν τον Χαλεπά, θαρρώ, δε έχει νόημα να τους εξηγήσεις. Μόνο σιωπή κι ανάσα, απάλαφρα απ’ το στόμα. Σα την χτεσινή ψιχάλα.