Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ...


Γράφει η Γιολάντα Τσιαμπόκαλου
sadahzinia@lowbap.com

Κατέβηκα απ’ το τρόλεϊ μια στάση πριν τον προορισμό μου να βρω μια ιστορία. Μεγάλη αυθάδεια από μέρους μου να πιστεύω ότι μπορεί κανείς να τις βρει παντού. Ας είναι. Αρκεί να σταθείς, να τις αναγνωρίσεις ανάμεσα σε κάμποσες άλλες ιστορίες και ξέφτια και να βρεις ένα τρόπο να τις πιάσεις. Κάντο σωστά. Γράπωσέ τες από κάποιο μικρό νοητό εξόγκωμα, τίναξε τες καλά να φύγει η σκόνη κι ακούμπησέ τες στο χαρτί ή μοιράσου τες. Τότε κι η ιστορία θα αρχίσει παιχνίδι με τις πέντε σου αισθήσεις. Ή ακόμα καλύτερα, θα σε κάνει να γελάσεις… Μ’ αυτά στο νου, περπάτησα λίγα βήματα παραπάνω, ως την είσοδο του Εθνικού Κήπου και στάθηκα. Εκεί έχει – τι άλλο; – ένα αμιγώς τουριστικό περίπτερο με σημαιάκια όλων των χωρών της υφηλίου, ευφάνταστα καπέλα, τσολιαδάκια μινιατούρες, καρτ-ποστάλ απ’ τη Σαντορίνη, χάρτες, περιοδικά, φούξια γυαλιά μαϊμούδες (με στρας ή χωρίς), και στράτες για τα εγγόνια των ντόπιων Αθηναίων που φέρνουν τα πιτσιρίκια βόλτα στον Κήπο. Ορατότης μηδέν, λοιπόν, για τον περιπτερά που περικυκλωμένος απ’ όλα αυτά τα συμπράγκαλα μέσα απ’ το κιόσκι αναγκάζεται να δίνει κι οδηγίες για το τραμ σε άπταιστα Ισπανοαγγλικοιταλικά… Καπίτο; Ουΐ μαντάμ! Πιθανόν να έχει κάποιον καθρέφτη ή κάνα βοηθό να ελέγχει μη του σουφρώσουν κατιτί απ’ την πραμάτεια του. Παρ’ όλα αυτά, δε πήρε είδηση τους τρεις κλέφτες που του ξάφριζαν τους ηλιόσπορους πάνω απ’ το ψυγείο με τα παγωτά. Επρόκειτο για μια συμμορία από τρία περιστέρια. Ως γνωστόν τα περιστέρια των πόλεων είναι τεμπέλικα κι αργοκίνητα, γιατί μόνο τρώνε και φωτογραφίζονται μπροστά από μνημεία. Έλα όμως, που αυτά εδώ τα κοινά γκριζωπά περιστέρια προφανώς είχαν κατηφορίσει απ’ το Σύνταγμα και τη Βουλή αναζητώντας λίγη περιπέτεια. Τα δύο πιο γεροδεμένα της συμμορίας είχαν προσγειωθεί στο καπάκι του ψυγείου. Εκεί ο περιπτεράς είχε ακουμπήσει σακουλάκια με ηλιόσπορους για τους επισκέπτες του Κήπου. 2 ευρώ έκαστο. Αψηφώντας την τιμή και την τιμωρία, άρχισαν να σπρώχνουν ένα σακουλάκι με το ράμφος ως την άκρη του ψυγείου κι ώσπου να πέσει κάτω. Το τρίτο περιστέρι της σπείρας βάλθηκε να το ανοίξει τρυπώντας το πλαστικό. Σ’ αυτή την φάση τα πέτυχα εγώ. Και στιγμιαία έπιασα τον εαυτό μου να βαστάει τσίλιες μη τα δει ο περιπτεράς, όσο σπρώχνανε στα κλεφτά ακόμα ένα σακούλι να πέσει στο πεζοδρόμιο για να το περιδρομιάσουνε. Δεν έβγαλα κιχ. Τώρα τα λέω, μιας και το ‘φέρε η κουβέντα.